Ένα ιδιότυπο «μαρτύριο του Σισύφου» βιώνει το τελευταίο διάστημα το πολιτικό μας σύστημα. Τόσο η ΝΔ όσο και τα μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης επιχειρούν με κινήσεις και πρωτοβουλίες ένα restart, όμως στο τέλος της ημέρας τα προβλήματα είναι εδώ -ορισμένα μάλιστα διογκώνονται. Η ανάκαμψη παραμένει ζητούμενο, οι απώλειες και η φθορά κλονίζουν τα θεμέλια του πολιτικού στερεώματος. Το φαινόμενο -πλην εξαιρέσεων- είναι οριζόντιο. Αφορά τόσο την κυβερνητική παράταξη όσο και την πολυδιασπασμένη αντιπολίτευση. Κοινός παρονομαστής σε όλα αυτά, η παρατεινόμενη δυσπιστία της κοινής γνώμης για λύσεις που θα οδηγήσουν σε έξοδο από τη στενωπό της οικονομικής δυσπραγίας ή την υπονόμευση του κράτους δικαίου.
Η κυβέρνηση επιχείρησε -και επιχειρεί- μια «φυγή προς τα εμπρός» με μοχλό τον ανασχηματισμό, στον απόηχο των μεγάλων κινητοποιήσεων για τα Τέμπη. Ήδη, από την αρχή η κοινή γνώμη έδειξε αρνητικές διαθέσεις ή αδιαφόρησε για το εγχείρημα. Στη δημοσκόπηση της Metron Analysis, μια εβδομάδα μετά τον ανασχηματισμό, μόλις το 12% εξέφρασε θετική γνώμη, ενώ ο ένας στους δύο απάντησε αρνητικά. Επιπλέον, ένα 38% δήλωσε αδιάφορο. Αλλά και το κύμα των δημοσκοπήσεων που ακολούθησε, δεν έδειξε κάποια οφέλη από την πρωτοβουλία του πρωθυπουργού.
Ήταν φανερό πως εκτός από τον ανασχηματισμό -που είχε ως σημαντική αλλαγή την τοποθέτηση του Κωστή Χατζηδάκη στη θέση του αντιπροέδρου και κατ’ ουσία συντονιστή σε επτά υπουργεία- χρειαζόταν ανανέωση και η ατζέντα εργασίας της κυβέρνησης. Πολύ περισσότερο παραμένει ζητούμενο ένα όραμα, ένας εθνικός στόχος. «Στη δεύτερη τετραετία δεν έχουμε ένα τόσο καθαρό αφήγημα όσο στην πρώτη» επεσήμανε ο Κωστής Χατζηδάκης σε συνέντευξη του στον ΣΚΑΙ, την περασμένη Τρίτη, τονίζοντας την ανάγκη να προβληθούν περισσότερο οι μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης.
Παράλληλα όμως, η χορήγηση αυξήσεων στους στρατιωτικούς ανέδειξε μια απροσδόκητη… ανταρσία όχι μόνο από βουλευτές -που ζήτησαν να δοθούν αυξήσεις και σε αστυνομικούς, λιμενικούς, πυροσβέστες- αλλά και από δύο υπουργούς, τους κ.κ. Γεωργιάδη και Κικίλια, προκαλώντας ταραχή στο Μαξίμου. Κι αυτό την ώρα που ομάδες βουλευτών της ΝΔ επανήλθαν στην τακτική της κατάθεσης ερωτήσεων, δημιουργώντας ένα ζήτημα για το εάν το αφήγημα που αναζητείται είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη να διασφαλίσει το κυβερνητικό restart και να αποτρέψει φυγόκεντρες τάσεις που οδηγούν σε αδράνεια και εσωστρέφεια.
Βραχυκύκλωμα και στην αντιπολίτευση
Την ίδια ώρα, οι διεργασίες στον ευρύτερο χώρο της αντιπολίτευσης δεν δίνουν στην κοινή γνώμη την προοπτική μιας εναλλακτικής λύσης. Αποτέλεσμα, οι δημοσκοπικές μετρήσεις να καταγράφουν φθορές για το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ενίσχυση του πολυκερματισμού στο αντιπολιτευτικό φάσμα. Το ΠΑΣΟΚ ταλανίστηκε εσωκομματικά μετά την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ φαίνονται οι συνέπειες τόσο μιας μονοθεματικής τακτικής σε ό,τι αφορά τα Τέμπη όσο και λανθασμένων χειρισμών, που εκτός των άλλων ευνόησαν την Πλεύση Ελευθερίας -δημοσκοπικά δεύτερο πλέον κόμμα. Η αναζήτηση μιας αυτοδύναμης πορείας -μακριά από την… «κολοκυθιά» της συνεργασίας ή όχι με τον ΣΥΡΙΖΑ- όσο και ενός πειστικού προγραμματικού λόγου, παρά τις προσπάθειες ορισμένων ηγετικών στελεχών, παραμένουν ζητούμενο, με την καχυποψία και τις εντάσεις να βραχυκυκλώνουν τη Χαριλάου Τρικούπη.
Παράλληλα, ο συρρικνωμένος δημοσκοπικά ΣΥΡΙΖΑ βιώνει μια νέα αναμέτρηση Φάμελλου – Πολάκη, με τη Νέα Αριστερά να διχάζεται εάν θα συμμαχήσει ή όχι με τον ΣΥΡΙΖΑ, τον Κασσελάκη να φλερτάρει πολιτικά με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τον Αλέξη Τσίπρα να οραματίζεται την επιστροφή του.
Η δυσφορία της κοινής γνώμης δεν αμβλύνεται
Το »μαρτύριο του Σισύφου» όμως για τα μεγαλύτερα κόμματα έχει τίμημα και μεγάλες συνέπειες για τους πολίτες. Στο ερώτημα πώς θα κυβερνηθεί ο τόπος μετά τις επόμενες εκλογές, το σενάριο της αυτοδυναμίας για τη ΝΔ μοιάζει ολοένα και πιο απίθανο, ενώ φίλιες συμμαχίες δεν διαφαίνονται στον ορίζοντα… Η κοινή γνώμη αν και δυσφορεί για τις κυβερνητικές επιλογές, δεν βλέπει φως στην αντίπερα όχθη. Αντί για «προοδευτικό μέτωπο» κυβερνησιμότητας, καταγράφει αδυναμία προγραμματικού λόγου και πολυδιάσπαση. Οι δομικές αδυναμίες του πολιτικού συστήματος που τείνουν να αποκτήσουν μόνιμα χαρακτηριστικά, αφήνουν έδαφος για έξαρση του λαϊκισμού και της τοξικότητας στα πολιτικά δρώμενα. Η κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών δεν αμβλύνεται.
Το ελληνικό πολιτικό παράδοξο είναι πως ενώ ο διπολισμός αποτελεί παρελθόν και το κομματικό φάσμα γίνεται πιο παρδαλό, η ιδέα της σύγκλισης δυνάμεων, των συμμαχιών, των κοινών προγραμματικών αναζητήσεων αποτελεί όνειρο θερινής νυκτός. Οι πολίτες το αντιλαμβάνονται αυτό αλλά απέναντι στα αδιέξοδα, επιλέγουν αντιφατικές λύσεις. Έτσι, πλέον όλες οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν πως η πλειοψηφία της κοινής γνώμης, σε ποσοστά άνω του 50%, ζητεί εδώ και τώρα εκλογές, έστω και αν δεν διαφαίνονται ούτε λύσεις αυτοδυναμίας ούτε προοδευτικές συμπαρατάξεις. Ένα σημαντικό ποσοστό συμπολιτών μας εμφανίζεται να ενισχύει τόσο την Πλεύση Ελευθερίας όσο και την Ελληνική Λύση. Πλην του κ. Βελόπουλου, κανείς δεν θεωρεί ότι αυτές οι επιλογές οδηγούν σε κυβερνητική λύση, απέναντι στον ιδιότυπο γρίφο της ακυβερνησίας
Στο ερώτημα αν μπορεί να αναστραφεί η υπάρχουσα κατάσταση δεν υπάρχει προς το παρόν απάντηση. Η κυβέρνηση επιχειρεί μίαν ανάταξη, εν μέσω μιας δυσμενούς διεθνούς συγκυρίας, αλλά ακόμα δεν υπάρχει μετρήσιμο αποτέλεσμα. Όσο για την αντιπολίτευση, δεν γίνεται λόγος για αντίπαλο κυβερνητικό πόλο. Το μαρτύριο του Σισύφου συνεχίζεται…