Με την ανακοίνωση των δασμών που επιβάλλει η διοίκηση Τραμπ, σε μία μακροσκελέστατη λίστα κρατών, αλλά και στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το οριζόντιο 20%, ήταν σαν να άνοιξε το καπάκι της κατσαρόλας που έβραζε τους τελευταίους μήνες, απελευθερώνοντας ατμούς αγανάκτησης στη χειρότερη περίπτωση και προβληματισμού στην καλύτερη, ανάλογα με την έκθεση του κάθε κλάδου στην αμερικανική αγορά.
«Για εμάς, με την πάγια επιβάρυνση του 17% -αμοιβαία επιβεβλημένη επιβάρυνση- ο δασμός στα κονσερβοποιημένα και κατεψυγμένα φρούτα δεν είναι 20%, αλλά 37%. Δασμοί 37% δεν είναι αντιμετωπίσιμοι», δήλωσε στο powergame.gr ο πρόεδρος της Ένωσης Κονσερβοποιών Ελλάδος, Κωνσταντίνος Αποστόλου.
Οι 16 εταιρείες-μέλη της ΕΚΕ πραγματοποιούν συνολικές εξαγωγές 500 εκατ. ευρώ/έτος, από τις οποίες το 20% σε ποσότητα και το 23% σε αξία κατευθύνεται στην Αμερικανική αγορά.
«Οι εξαγωγές μας στις ΗΠΑ ανέρχονται περίπου στα 100 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Γεγονός είναι ότι έχουμε ως κλάδος εμπειρία από πολύ υψηλούς εισαγωγικούς δασμούς, η πρώτη διοίκηση Τραμπ είχε επιβάλει δασμούς 25% στα προϊόντα μας. Εμείς, ως κλάδος, ζητήσαμε επανειλημμένως τον αμοιβαίο μηδενισμό των εισαγωγικών δασμών».
Φρένο στις εξαγωγές κομπόστας
«Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν από τον πρόεδρο των ΗΠΑ φρενάρουν αναπόφευκτα την αύξηση στις εξαγωγές ελληνικής κομπόστας και κατεψυγμένων φρούτων στην Αμερική. Η επιβολή δασμών σε προϊόντα που παράγονται από δενδρώδεις καλλιέργειες δεν έχει λογική, από τη στιγμή μάλιστα που η παραγωγή της Αμερικής δεν καλύπτει τη ζήτηση, ενώ δεν υπάρχουν και τα απαιτούμενα εργατικά χέρια, λόγω σκληρότερης μεταναστευτικής πολιτικής», επισήμανε ο κ Αποστόλου, προσθέτοντας:
«Ο κλάδος μας είναι δυναμικός, εξαγωγικός και σε αυτόν στηρίζονται και οι αγρότες που παράγουν κάθε χρόνο 400.000 τόνων συμπύρηνου ροδάκινου, αλλά και αχλαδιών, καθώς και άλλων φρούτων».
Η ΕΚΕ ζητάει από την κυβέρνηση να προχωρήσει άμεσα η κύρωση των συμφωνιών με τη MERCOSUR και το Μεξικό, όπως και να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις με την Ινδία, με στόχο την κύρωση διακρατικής συμφωνίας, καθώς οι εισαγωγικοί δασμοί που επιβάλει η μεγάλη αυτή χώρα είναι 50%.
Ισχυρές οι εξορυκτικές επιχειρήσεις
Για τις εξορυκτικές, μεταλλευτικές επιχειρήσεις, η επιβολή των δασμών από πλευράς ΗΠΑ δεν αποτελεί λόγο ιδιαίτερης ανησυχίας, αν και η κήρυξη ενός εμπορικού πολέμου απαιτεί απ’ όλους προσεκτική διαχείριση, δήλωσε ο πρώην πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, Αθανάσιος Κεφάλας, επισημαίνοντας πως η έκθεση της ελληνικής εξορυκτικής βιομηχανίας στην αμερικανική αγορά είναι περιορισμένη.
Ο εξορυκτικός και μεταλλευτικός κλάδος πραγματοποιεί πωλήσεις στις ΗΠΑ, αλλά είναι περιορισμένου ύψους και δεν είναι καθοριστικές για την πορεία των ελληνικών εξαγωγών στη συγκεκριμένη αγορά. Η Ελλάδα εξάγει ορισμένα βιομηχανικά ορυκτά, όπως και μάρμαρα, αλλά με ανταγωνιστικούς όρους.
Η ποιότητα των ελληνικών προϊόντων, όπως και οι υψηλές παρεχόμενες υπηρεσίες, δεν είναι εύκολο να υποκατασταθούν από τον ανταγωνισμό, είτε τρίτων χωρών, είτε εταιρειών της αμερικανικής αγοράς. Άλλωστε, προσέθεσε ο κ. Κεφάλας, η επιβολή δασμού 20% σε προϊόντα όπως το Λευκό Ελληνικό Μάρμαρο δεν πρόκειται να επηρεάσει τη ζήτηση.
Πλήγμα για τις εξαγωγές ελαιόλαδου
Ο εισαγωγικός δασμός του 20% οπωσδήποτε και προβληματίζει τους εξαγωγείς ελαιολάδου, καθώς η επιβολή του έρχεται σε μία περίοδο που έχουν αυξηθεί οι ποσότητες ελληνικού ελαιόλαδου που καταναλώνονται στις ΗΠΑ, παρά τα προβλήματα που έχει γνωρίσει ο κλάδος λόγω της κλιματικής αλλαγής.
«Εξάγουμε περί τους 12.000 τόνους ελαιόλαδου στις ΗΠΑ, όταν στη δεκαετία του 1980 οι εξαγωγές μας ήταν στους 4.000 τόνους. Σήμερα το μερίδιό μας στην αμερικανική αγορά υπολογίζεται περίπου στο 4%», είπε ο κ. Γιώργος Οικονόμου, σύμβουλος διοίκησης του ΣΕΒΙΤΕΛ και μέλος Δ.Σ. και εκτελεστικός διευθυντής της Φίλαιος.
«Ακόμη δεν έχουμε πάρει feedback από τους εισαγωγείς, οπότε δεν βιαζόμαστε να βγάλουμε συμπεράσματα. Ίσως οι επιπτώσεις να μην είναι τόσο μεγάλες, επειδή πέρυσι κρατήσαμε θέση, παρ’ ότι οι τιμές είχαν κινηθεί ανοδικά, λόγω της μειωμένης παραγωγής. Πολλά θα εξαρτηθούν από τους δασμούς που επιβάλλονται σε ανταγωνίστριες χώρες. Για παράδειγμα, για την Τουρκία ανακοινώθηκαν δασμοί 10%, κάτι που δεν μας ευνοεί. Πρέπει να δούμε και τι θα ισχύσει για την Τυνησία, καθώς δεν είμαστε μόνοι μας στην αγορά», συμπλήρωσε ο κ. Οικονόμου.
Στρωμένο το τραπέζι για τις ελιές
Η αμερικανική αγορά εφοδιάζεται ως επί το πλείστον από την Ευρώπη στις επιτραπέζιες ελιές, με ανταγωνίστριες χώρες να είναι η Τουρκία και η Αίγυπτος.
Για τη φετινή χρονιά, που η σεζόν της ελιάς έχει ήδη φτάσει στο μέσον της, δεν υπάρχουν χρονικά περιθώρια, λόγω αυξήσεων στις τιμές, να χαθούν μερίδια της αγοράς, στον ανταγωνισμό, υποστήριξε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της PELOPAC A.E., Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης.
Να σημειωθεί ότι η PELOPAC είναι μία καθαρώς εξαγωγική επιχείρηση, με μεγάλη έκθεση στην αγορά των ΗΠΑ.
«Εκτιμώ ότι η επιβολή του 20% θα μετακυληθεί στους καταναλωτές, θα έχουμε αύξηση τιμών και πιθανώς μείωση της κατανάλωσης, ενώ σε επόμενη χρονική φάση ενδέχεται να χάσουμε, οι ευρωπαϊκές εταιρείες, μερίδια αγοράς. Βεβαίως, από την άλλη πλευρά, να σημειώσουμε ότι η ελιά δεν είναι ένα είδος που καταναλώνεται σε μεγάλες ποσότητες, ώστε να επιβαρυνθεί ουσιωδώς η δαπάνη του αμερικανικού νοικοκυριού σε τρόφιμα», πρόσθεσε ο κ. Κωνσταντινίδης.
Οι δασμοί και η παγωμάρα για το frozen yogurt
Πρόσθετη αβεβαιότητα προξένησε στη διοίκηση της γαλακτοβιομηχανίας ΚΡΙ ΚΡΙ Α.Ε. η επιβολή του δασμού 20% στα εισαγόμενα από την Ε.Ε. προϊόντα, από πλευράς ΗΠΑ, καθώς μόλις πριν από λίγους μήνες η ελληνική εταιρεία έκανε τα πρώτα της βήματα στην αμερικανική αγορά, με εξαγωγές frozen yogurt.
«Αναμφίβολα μας προβληματίζει η επιβολή δασμού, για τον πρόσθετο λόγο ότι μόλις τοποθετηθήκαμε στην αμερικανική αγορά», δήλωσε ο κ. Γιώργος Τσινάβος, διευθύνων σύμβουλος της ΚΡΙ ΚΡΙ Α.Ε.. «Ωστόσο, το frozen yogurt, που αποτελεί έναν συνδυασμό γιαουρτιού και παγωτού, είναι premium προϊόν, που προωθείται σε μία niche αγορά συγκεκριμένων προτιμήσεων και όχι σε μία mainstream αγορά. Θεωρώ ότι η αναπόφευκτη αύξηση στην τιμή δεν θα προβληματίσει τον Αμερικανό καταναλωτή, που θα θελήσει να δοκιμάσει το frozen yogurt», υποστήριξε ο κ. Τσινάβος.
Αισιόδοξη και η Μαίρη Χατζάκου
Η πρόεδρος της ΜΕΒΓΑΛ Α.Ε., Μαίρη Χατζάκου, δεν έδειξε να ανησυχεί ιδιαίτερα από την επιβολή του δασμού, αν και θα αυξήσει την τιμή λιανικής στη φέτα, προϊόν στο οποίο είναι δυνατή εξαγωγικά η μακεδονική γαλακτοβιομηχανία. Στις εξαγωγές φέτας, για τη ΜΕΒΓΑΛ η αμερικανική αγορά έρχεται στην πρώτη θέση.
«Οι Αμερικανοί έχουν διαφορετικές διατροφικές συνήθειες από τους εμάς τους Έλληνες. Αγαπούν τη φέτα, αλλά την καταναλώνουν σε πολύ μικρότερες ποσότητες από τους Έλληνες, οπότε η αύξηση στην τιμή λιανικής, σε ένα προϊόν που δεν αγοράζεται σε μεγάλες ποσότητες, δεν νομίζω ότι θα επηρεάσει τις πωλήσεις μας σε ποσότητα».
Το 2019 η Ελλάδα είχε καταφέρει να εξαιρεθεί η φέτα από τους δασμούς που είχε επιβάλει, τότε, ο πρόεδρος Τραμπ στην πρώτη θητεία του.
Η φέτα ανεβαίνει, γίνεται τάση στη διεθνή αγορά και ακόμη περισσότερο στην αμερικανική. «Αυτός που θέλει τη γεύση της φέτας θα πάρει φέτα. Βεβαίως, η αύξηση της τιμής δεν θα βοηθήσει στην ανάπτυξη των ελληνικών εξαγωγών στις ΗΠΑ, αλλά η φέτα ανταγωνιστή στην αγορά δεν έχει, μία είναι η φέτα και τα υπόλοιπα λευκά τυριά δεν έχουν καμία σχέση με τη φέτα», τόνισε η κ. Χατζάκου.
Ανθεκτικό το αλουμίνιο στους δασμούς
Η ελληνική βιομηχανία αλουμινίου δεν φοβάται από την επιβολή των δασμών, καθώς οι εταιρείες που εξάγουν συστήματα αλουμινίου στις ΗΠΑ δεν είναι στα commodities, αλλά στα added value αρχιτεκτονικά προφίλ των απαιτητικών κατασκευών.
Όπως έχει τονίσει ο πρόεδρος του Ομίλου Alumil, Γιώργος Μυλωνάς, οι κατασκευαστές των υψηλών ποιοτικών στάνταρ και προδιαγραφών δεν θα υπολογίσουν μία μικρή αύξηση της τιμής, πέραν του ότι οι δασμοί που επιβάλλει η διοίκηση Τραμπ είναι εις βάρος και των αμερικανικών βιομηχανιών.
Αξίζει να αναφερθεί ότι δασμοί επιβάλλονται και στο πρωτόχυτο αλουμίνιο, που εισάγουν οι Αμερικανοί διελαστές, πρώτη ύλη που στο 60% εισάγεται από τον Καναδά. Συνεπώς, τα μέτρα που ανακοινώθηκαν καταλήγουν εις βάρος και της αμερικανικής βιομηχανίας προφίλ αλουμινίου.
Στα υψηλά των τιμών το ελληνικό κρασί
Ο πρόεδρος του Σύνδεσμος Ελληνικού Οίνου (Σ.Ε.Ο), δρ Γιάννης Βογιατζής, δήλωσε πως δύσκολα θα απορροφηθούν δασμοί της τάξης του 20%. «Ελπίζαμε ότι οι δασμοί θα ήταν της τάξης του 5%-10%. Η επιβολή δασμών αναμφίβολα αποτελεί πρόβλημα, αν σκεφτούμε μάλιστα ότι μέχρι σήμερα τα κρασιά μας δεν επιβαρύνονταν από δασμούς, ενώ είχαν εξαιρεθεί από τα μέτρα που είχαν ληφθεί στην πρώτη θητεία Τραμπ».
Ο τζίρος των πωλήσεων ελληνικών κρασιών στις ΗΠΑ είναι περί τα 19 εκατ. ευρώ, που αντιστοιχεί περίπου στο 20% των εξαγωγών του ελληνικού κρασιού, που συνολικά διαμορφώνονται στα 100 εκατ. ευρώ.
Αυτό που έχει σημασία για τους Έλληνες παραγωγούς και εξαγωγείς είναι ότι στην Αμερική τα ελληνικά κρασιά πωλούνται με υψηλή μέση τιμή, άνω των 6,5 ευρώ/ λίτρο, ως αποτέλεσμα των πολλών προωθητικών ενεργειών που ακολουθήθηκαν συντεταγμένα, στο πλαίσιο του στρατηγικού σχεδιασμού που είχε γίνει. Ακολουθήθηκε μία συγκεκριμένη στρατηγική επί 15ετία.
«Στηριζόμενοι πάνω σε αυτήν τη διαφοροποίηση, καταφέραμε να δημιουργήσουμε μία εικόνα αξίας, επιτυγχάνοντας τον στόχο μας. Αυτή η εικόνα αξίας έφερε και την κατάκτηση ενός μεριδίου της αγοράς κρασιού στις υψηλότερες τιμές, μερίδια που θέλουμε να διατηρήσουμε, σε μία δύσκολη συγκυρία», πρόσθεσε ο κ. Βογιατζής.
Οι εισαγωγικοί δασμοί, τονίζεται από επιχειρηματίες, θα μεταφέρουν χρήματα από τον καταναλωτή στο κράτος, δίχως να ενισχύσουν την αμερικανική βιομηχανία, η οποία μάλιστα στερείται παραγωγικών χεριών, με ελλείψεις που θα γίνουν μεγαλύτερες, λόγω της αντιμεταναστευτικής πολιτικής της αμερικανικής ηγεσίας.
Οι Έλληνες εξαγωγείς μετρούν δυνάμεις και περιμένουν να δουν πώς σταδιακά θα επηρεαστεί η ελληνική οικονομία και η δραστηριότητα των επιχειρήσεών τους από τον εμπορικό πόλεμο που μόλις ξεκίνησε.