Ο «Λαλάκης ο Εισαγόμενος», όπως παρουσιάστηκε από τον Νίκο Παπαναστασίου στη δεκαετία του ’80, με στόχο να σατιρίσει τη μανία των Ελλήνων για αγορές εισαγόμενων, είναι εδώ και είναι ισχυρός, παρά τα μνημόνια και τις διακηρυγμένες πολιτικές αλλαγής παραγωγικού μοντέλου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ετήσιας Έκθεσης της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου & Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ), τα καταστήματα λιανικής μόλις ένα στα τρία προϊόντα (36%) που διέθεσαν πέρυσι στην αγορά ήταν «Made in Greece».
Τα ίδια στοιχεία δείχνουν ότι επιπλέον ένα τρίτο (35%) των αγαθών που διακινήθηκαν από ελληνικές επιχειρήσεις λιανικής προέρχονταν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το τελευταίο ένα τρίτο (29%) από την Κίνα και άλλες χώρες του πλανήτη. Μάλιστα, το 2024 η τάση αυτή διάθεσης προερχόμενων από το εξωτερικό αγαθών ενδυναμώθηκε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στα προηγούμενα έτη.
Ειδικότερα, μειώθηκαν πολύ στα καταστήματα λιανικής τα ελληνικής παραγωγής προϊόντα (-23 ποσοστιαίες μονάδες) και αυξήθηκαν ιδιαίτερα τα εισαγόμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση (+13 π.μ.). Επίσης, σημαντική αύξηση κατά 6 π.μ. σημείωσαν τα αγαθά προερχόμενα από την Κίνα.
Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από την έρευνα που έκανε το Ινστιτούτο Εμπορίου & Υπηρεσιών (ΙΝΕΜΥ) της ΓΣΕΕ σε περίπου 1.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις λιανικής. «Παρ’ ότι η Ελλάδα διαχρονικά εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική πηγή προμήθειας, το ποσοστό των εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων μειώνεται σταδιακά από 72% το 2020, σε 61% το 2022, 59% το 2023 και 36% το 2024», αναφέρει η έκθεση της ΕΣΕΕ.
Το 2024, μάλιστα, σύμφωνα με τα στελέχη της ΕΣΕΕ, η διάθεση εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων από τα δίκτυα λιανικής βρίσκεται στο χαμηλότερο δυνατό σημείο. Όπως ανέφεραν, ξεπέρασε ακόμη και τα επίπεδα που είχαν διαμορφωθεί προ της πανδημικής κρίσης, δηλαδή πριν οι έμποροι της χώρας στραφούν στα εγχώρια ή τοπικά προϊόντα, λόγω της διατάραξης των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Η τάση αυτή δεν συμβαδίζει με τη βασική προσπάθεια που διεξάγει η κυβέρνηση τα τελευταία 4-5 χρόνια για αλλαγή παραγωγικού μοντέλου στη χώρα μας. Αντίθετα, δικαιολογεί πλήρως την αύξηση στο έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών, το οποίο επιβαρύνεται συνεχώς από το εμπορικό έλλειμμα, το οποίο επιδεινώνεται, καθώς οι εισαγωγές τρέχουν με ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς.
«Καμπανάκι χαμηλής ανταγωνιστικότητας», χαρακτήρισε την τάση αυτήν ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, ο οποίος σημείωσε ότι η παραγωγική δυνατότητα της χώρας παραμένει ισχνή, ενώ δικαιολόγησε πλήρως τις εμπορικές επιχειρήσεις -στην κατάσταση που είναι- να αναζητούν το πιο φθηνό.
Τα προβλήματα των εταιρειών εμπορίου
Όσον αφορά την κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων λιανικής, τα στελέχη της ΕΣΕΕ περιέγραψαν μια μάλλον άσχημη κατάσταση. Όπως ανέφεραν, η αυταπασχόληση στο λιανικό εμπόριο έχει μειωθεί στο 50% από το 2004 και μετά, ενώ σημείωσαν ότι οι μεγάλες ανατιμήσεις αγαθών και το μεγάλο κόστος ενέργειας συνιστούν δύο από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα.
Ειδικά για τις ανατιμήσεις των αγαθών, οι 4 στις 10 μικρομεσαίες επιχειρήσεις λιανικής (41,67%) αναφέρουν ότι το 2024 σημειώθηκαν ανατιμήσεις στα διακινούμενα αγαθά τους μεταξύ 50% και 60% σε σχέση με το 2023. Πρόκειται για μια πολύ μεγάλη αύξηση τιμών, που αναφέρει ένας πολύ μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων.
Η συντριπτική δε πλειονότητα των επιχειρήσεων (99,3%) αναφέρει αυξήσεις τιμών στα αγαθά τους, με το 37,3% των επιχειρήσεων να αναφέρει ανατιμήσεις έως 10% και το 62% να αναφέρει ανατιμήσεις από 10% έως 70%. Σχεδόν μηδενικό είναι το ποσοστό των επιχειρήσεων που αναφέρει μηδενική μεταβολή ή μείωση τιμών.
Το δεύτερο πρόβλημα έχει να κάνει με την ενέργεια. Σχεδόν το 95% των επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου αναφέρει «πολύ μεγάλη» έως «πάρα πολύ μεγάλη» την επίπτωση στις δραστηριότητές τους των ανατιμήσεων στην ηλεκτρική ενέργεια. Μάλιστα, το 33% των επιχειρήσεων είδε το κόστος ενέργειας πέρυσι ν’ αυξάνει κατά 50% έως 60%.