Υπό εξαγωγικούς περιορισμούς έθεσε η Κίνα ορισμένα μέταλλα σπάνιων γαιών, στο πλαίσιο της απάντησής της στο πακέτο δασμών του Ντόναλντ Τραμπ. Το Πεκίνο πιθανώς αποκόπτει τις ΗΠΑ από κρίσιμης σημασίας ορυκτά, τα οποία είναι απαραίτητα για πληθώρα προϊόντων από smartphones έως μπαταρίες για ηλεκτρικά οχήματα.
Η Κίνα παράγει περίπου το 90% των επεξεργασμένων σπάνιων γαιών στον κόσμο. Πρόκειται για μια ομάδα 17 ορυκτών που χρησιμοποιούνται σε διάφορους τομείς, από την άμυνα και τα ηλεκτρικά οχήματα, μέχρι τις καθαρές μορφές ενέργειας και τη βιομηχανία ηλεκτρονικών. Οι ΗΠΑ δε εισάγουν το μεγαλύτερο μέρος των σπανίων γαιών τους από την Κίνα.
Επτά κατηγορίες σπάνιων γαιών προστίθενται από σήμερα Παρασκευή σε κατάλογο που προβλέπει ελέγχους στις εξαγωγές, σύμφωνα με ανακοίνωση του κινεζικού υπουργείου Εμπορίου. Η κίνηση αυτή, που επηρεάζει τις εξαγωγές σε όλες τις χώρες και όχι μόνο στις ΗΠΑ, είναι μια ακόμα εξέλιξη που δείχνει την ικανότητα της Κίνας να χρησιμοποιεί ως όπλο την κυριαρχία της στην εξόρυξη και επεξεργασία κρίσιμης σημασίας ορυκτών. Σύμφωνα με το Αμερικανική Γεωλογικό Ινστιτούτο, περίπου τα τρία τέταρτα των σπάνιων γαιών που προμηθεύτηκε η χώρα προήλθαν από την ασιατική χώρα από το 2019 έως 2022, σύμφωνα με το Αμερικανικό Γεωλογικό Ινστιτούτο.
Το Πεκίνο ανακοίνωσε τους ελέγχους σήμερα στο πλαίσιο ενός ευρύτερου πακέτου δασμών και περιορισμών σε επιχειρήσεις ως απάντηση στην απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αυξήσει τους δασμούς σε βάρος των περισσότερων κινεζικών προϊόντων στο 54%. Το υπουργείο Οικονομικών της χώρας ανακοίνωσε ότι θα επιβάλει δασμό 34% σε όλα τα αγαθά που εισάγονται από τις ΗΠΑ από τις 10 Απριλίου, σύμφωνα με το κρατικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Xinhua.
Το κινεζικό υπουργείο επέκρινε περαιτέρω την απόφαση της Ουάσινγκτον να επιβάλει πρόσθετους ανταποδοτικούς δασμούς 34% στην Κίνα — αυξάνοντας το συνολικό ποσοστό των αμερικανικών δασμών κατά της χώρας στο 54% — χαρακτηρίζοντάς την «ασύμβατη με τους διεθνείς κανόνες εμπορίου» και κατηγορώντας τις ΗΠΑ ότι «υπονομεύουν σοβαρά» τα κινεζικά συμφέροντα, καθώς και ότι θέτουν σε κίνδυνο «την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη και τη σταθερότητα της παραγωγής και της εφοδιαστικής αλυσίδας».