Μάχη με το χρόνο δίνουν τα συνεργεία διάσωσης σε Μιανμάρ μετά τον σεισμό των 7,7 Ρίχτερ που έπληξε την περιοχή την περασμένη Παρασκευή. Σύμφωνα με τον νεότερο απολογισμό, ο αριθμός των νεκρών αυξήθηκε στους 2.886, ενώ οι τραυματίες είναι 4.639 και οι αγνοούμενοι 373, μετέδωσε σήμερα το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων της Κίνας Xinhua επικαλούμενο την υπηρεσία ενημέρωσης του κρατικού συμβουλίου διοίκησης της Μιανμάρ. Ο προηγούμενος απολογισμός έκανε λόγο για τουλάχιστον 2.700 νεκρούς.
Ειδικοί εκφράζουν ανησυχίες ότι οι νεκροί ανέρχονται σε χιλιάδες περισσότερους, καθώς το ρήγμα της Σαγκάινγκ, από το οποίο προήλθε ο σεισμός, διασχίζει περιοχές μεταξύ των πολυπληθέστερων της χώρας, ανάμεσα στις οποίες η πρωτεύουσα Ναϊπιντάου, και η Μανταλέι.
Στο μεταξύ, άνδρας ανασύρθηκε ζωντανός από τα συντρίμμια κτιρίου το βράδυ της Τρίτης στη Μιανμάρ, ανακοίνωσε το πυροσβεστικό σώμα, πέντε ημέρες μετά τον σεισμό 7,7 βαθμών που άφησε πίσω τουλάχιστον 2.700 νεκρούς στη χώρα.
Ο νεαρός, περίπου είκοσι ετών, ανασύρθηκε από συντρίμμια χάρη στις προσπάθειες σωστικών συνεργείων της Μιανμάρ και της Τουρκίας σε ξενοδοχείο που κατέρρευσε στην πρωτεύουσα Ναϊπιντάου. Η διάσωση έγινε περί τις 00:30 (τοπική ώρα· 21:00 ώρα Ελλάδας), ανέφερε το πυροσβεστικό σώμα του στρατιωτικού καθεστώτος.
Έλλειψη στέγη, πόσιμου νερού και φαρμάκων
Καταλύματα, πόσιμο νερό και φάρμακα βρίσκονται σε έλλειψη ενώ πέντεημέρες μετά τον πιο ισχυρό σεισμό που έχει αντιμετωπίσει ποτέ η χώρα εδώ και δεκαετίες, πολλοί κάτοικοι της Μιανμάρ εξακολουθούν να κοιμούνται στο ύπαιθρο.
Εκατοντάδες είναι αυτοί που έχουν χάσει τα σπίτια τους και μένουν στον δρόμο, ενώ άλλοι έχουν κατασκηνώσει σε απόσταση από κτίρια από τον φόβο ότι οι μετασεισμοί που σημειώνονται από την Παρασκευή θα προκαλέσουν νέες ζημιές.
«Το χρονικό περιθώριο για κρίσιμη έρευνα και διάσωση στενεύει…Στέγη, πόσιμο νερό και φάρμακα δεν επαρκούν. Οι κάτοικοι στις πληγείσες περιοχές πέρασαν τη νύχτα στο ύπαιθρο επειδή δεν υπάρχει ηλεκτροδότηση ή πόσιμο νερό», υπογράμμισε στους δημοσιογράφους στη Γενεύη μέσω τηλεδιάσκεψης από την Γιανγκόν ο ανώτατος αξιωματούχος του OCHA και συντονιστής ανθρωπιστικών υποθέσεων για την Μιανμάρ Μαρκολουίτζι Κόρσι.
«Δεν αισθάνομαι ασφάλεια», δήλωσε ένας 71χρονος ωρολογοποιός, ο Σόε Τιντ. «Υπάρχουν πολλές δυσκολίες, όπως η πρόσβαση σε νερό, ηλεκτρικό ρεύμα, ή τουαλέτες. (…) Κανένας δεν ξέρει πόσο καιρό θα διαρκέσει αυτό», είπε.

Εικόνα από το δορυφόρο δείχνει τις καταστροφές στη Μιανμάρ μετά τον ισχυρό σεισμό 7,7 Ρίχτερ © EPA/MAXAR
Σε παγόδα που επλήγη από την εν μέρει κατάρρευση κτιρίου στο οποίο βρίσκονταν δεκάδες μοναχοί που έδιναν εξετάσεις, ένας Ινδός διασώστης μίλησε για την «πολύ έντονη» δυσωδία που αναδύεται από τα πτώματα σε αποσύνθεση στα ερείπια, ενώ σήμερα εξακολουθούσε να κάνει πολύ ζέστη στην Μανταλέι, με τη θερμοκρασία να κυμαίνεται κοντά στους 40 βαθμούς Κελσίου.
Οργανώσεις αρωγής σημείωσαν ότι στις χειρότερα πληγείσες περιοχές της Μιανμάρ υπάρχει επείγουσα ανάγκη για καταλύματα, τρόφιμα και νερό μετά τον σεισμό, αλλά εξέφρασαν φόβους ότι ο εμφύλιος μπορεί να εμποδίσει τη βοήθεια να φτάσει σε αυτούς που τη χρειάζονται.
«Στις περισσότερο πληγείσες περιοχές (…) κοινότητες αγωνίζονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, όπως η πρόσβαση σε καθαρό νερό και εγκαταστάσεις υγιεινής, ενώ ομάδες αντιμετώπισης επειγόντων καταστάσεων εργάζονται ακούραστα για να εντοπίσουν επιζώντες και να προσφέρουν σωτήρια βοήθεια», σύμφωνα με τον OCHA.
Η Διεθνής Αμνηστία σημείωσε ότι η χούντα θα πρέπει να επιτρέψει στη βοήθεια να φτάσει στις περιοχές της χώρας που δεν τελούν υπό τον έλεγχό της, ενώ οργανώσεις ανταρτών δήλωσαν ότι οι στρατιωτικοί έκαναν αεροπορικές επιδρομές μετά τον σεισμό.
«Ο στρατός της Μιανμάρ ακολουθεί καιρό την πρακτική να αρνείται τη βοήθεια σε περιοχές στις οποίες δρουν οργανώσεις που της αντιστέκονται», δήλωσε ο ερευνητής της Αμνηστίας για τη Μιανμάρ Τζο Φρίμαν.
«Πρέπει αμέσως να επιτρέψει την ανεμπόδιστη πρόσβαση σε όλες τις ανθρωπιστικές οργανώσεις και να απομακρύνει διοικητικά εμπόδια που καθυστερούν την αποτίμηση των αναγκών», τόνισε.