Η ελεύθερη πτώση στη Wall Street ολοκλήρωσε την εικόνα του παγκόσμιου «risk off», που διαμορφώθηκε στις διεθνείς αγορές αυτήν την εβδομάδα, καθώς οι δασμοί Τραμπ πυροδότησαν παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο. Η UBS εκτιμά ότι οι αμερικανικοί δασμοί είναι μεγαλύτεροι απ’ ό,τι αναμενόταν, δεν έχουν τιμολογηθεί από τις αγορές, και μπορεί να στείλουν τις μετοχές σε bear market και την ψυχολογία των επενδυτών στα τάρταρα, παρότι οι αποτιμήσεις, οι προσδοκίες και οι ροές είναι αυξημένες.
Το «ξεπούλημα» εντάθηκε μετά την απάντηση της Κίνας στους δασμούς του Τραμπ με την επιβολή πρόσθετων δασμών ύψους 34% στα αμερικανικά προϊόντα. Η νέα κλιμάκωση του εμπορικού πολέμου τερματίζει τις όποιες ελπίδες υπήρχαν για αποκλιμάκωση της έντασης, με τον κίνδυνο οι μεγαλύτερες οικονομίες να οδηγηθούν σε ύφεση. Την ίδια ώρα ο οίκος αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας S&P Global ανακοίνωσε ότι επανεξετάζει όλες τις μακροοικονομικές του προβλέψεις μετά τους σαρωτικούς εμπορικούς δασμούς που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ, σε μια κίνηση που πιθανόν να τροφοδοτήσει ανησυχίες για νέο κύμα υποβαθμίσεων αξιόχρεου.
Το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης καταποντίστηκε για δεύτερη ημέρα την Παρασκευή μετά τα αντίποινα της Κίνας με νέους δασμούς στα αμερικανικά προϊόντα, πυροδοτώντας φόβους ότι ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει πυροδοτήσει έναν παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο που θα οδηγήσει σε ύφεση. Ο βιομηχανικός μέσος όρος Dow Jones υποχώρησε την Παρασκευή κατά 2.231,07 μονάδες ή 5,5% στις 38.314,86 μονάδες, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη πτώση από τον Ιούνιο του 2020 κατά τη διάρκεια της πανδημίας covid. Αυτό ακολουθεί την πτώση κατά 1.679 μονάδες την Πέμπτη και φέρνει την υποχώρηση από το ρεκόρ του σε σχεδόν 15%.
Ο S&P 500 σημείωσε βουτιά 5,97% στις 5.074,08 μονάδες, τη μεγαλύτερη πτώση από τον Μάρτιο του 2020. Ο δείκτης αναφοράς έχασε 4,84% την Πέμπτη και τώρα απέχει περισσότερο από 17% από το πρόσφατο υψηλό του. Ο Nasdaq Composite, όπου εδρεύουν πολλές εταιρείες τεχνολογίας που πωλούν στην Κίνα και κατασκευάζουν επίσης εκεί, υποχώρησε κατά 5,8%, στις 15.587,79 μονάδες. Αυτό ακολουθεί μια πτώση σχεδόν 6% την Πέμπτη και φέρνει τον δείκτη κατά 22% χαμηλότερα από το ρεκόρ του Δεκεμβρίου, μια bear market στην ορολογία της Wall Street.
Οι πωλήσεις ήταν ευρείες, καθώς μόνο 14 μέλη του S&P 500 σημείωσαν άνοδο κατά τη διάρκεια της ημέρας. Οι κυριότεροι δείκτες της αγοράς έκλεισαν στα χαμηλά επίπεδα της συνεδρίασης. Το υπουργείο Εμπορίου της Κίνας δήλωσε την Παρασκευή ότι η χώρα θα επιβάλει εισφορά 34% σε όλα τα αμερικανικά προϊόντα, απογοητεύοντας τους επενδυτές που ήλπιζαν ότι οι χώρες θα διαπραγματευτούν με τον Τραμπ πριν προβούν σε αντίποινα.
Βαρίδι οι τεχνολογικές μετοχές. Οι μετοχές της εταιρείας κατασκευής iPhone Apple σημείωσαν πτώση 7%, ανεβάζοντας τις απώλειες της εβδομάδας στο 13%. Η Nvidia, που αποτελεί τον κολοσσό της τεχνητής νοημοσύνης, υποχώρησε κατά 7%, ενώ η Tesla υποχώρησε κατά 10%. Και οι τρεις εταιρείες έχουν μεγάλη έκθεση στην Κίνα και συγκαταλέγονται στις εταιρείες που έχουν πληγεί περισσότερο από τους ανταποδοτικούς δασμούς του Πεκίνου. Εκτός της τεχνολογίας, η Boeing και η Caterpillar -μεγάλες εξαγωγικές επιχειρήσεις στην Κίνα- οδήγησαν τον Dow Jones σε πτώση, σημειώνοντας πτώση 9% και 6% αντίστοιχα.
Κατακρημνίστηκαν τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια
Στο Χρηματιστήριο του Παρισιού, παρασυρμένο από τον πανικό στις αγορές, ο δείκτης CAC 40 έκλεισε με πτώση 324,03 μονάδων (-4,26%), στις 7.274,95 μονάδες. Πρόκειται για τη χειρότερη συνεδρίαση από τον Μάρτιο του 2022, όταν είχε κλείσει με πτώση 4,97%.
Οι κυριότεροι ευρωπαϊκοί δείκτες έκλεισαν επίσης με μεγάλες απώλειες: στη Φρανκφούρτη και το Λονδίνο η πτώση ήταν 4,95%, στο Μιλάνο 6,53%, στις χειρότερες συνεδριάσει από την έναρξη της πανδημίας του Covid-19, τον Μάρτιο του 2020. Το Χρηματιστήριο της Ζυρίχης έκλεισε με πτώση 5,14% και εκείνο της Μαδρίτης με πτώση 5,83%. Το σοκ από τις ανακοινώσεις των αμερικανικών δασμών αναζωπύρωσε τους φόβους για μια «ύφεση στις ΗΠΑ και σε μεγαλύτερη κλίμακα», σχολίασε ο Γκιγιόμ Σαλουάν, ο διευθυντής διαχείρισης μετοχών της Delubac AM. «Ο φόβος μιας ύφεσης σημαίνει λιγότερη βιομηχανία και λιγότερη κατανάλωση πετρελαίου», γεγονός που εξηγεί τη μείωση της τιμής του μαύρου χρυσού και την κατακρήμνιση των μετοχών των βιομηχανιών.
Η μετοχή της ArcelorMittal έκλεισε στα 22,75 ευρώ (-8,45%), της Schneider Electric στα 189,50 ευρώ (-6,65%), της Airbus στα 146,90 ευρώ (-7,04%), της Thales στα 237,90 ευρώ (-5,74%), της TotalEnergies στα 53,07 ευρώ (-6,24%). «Η πρωτοτυπία είναι ότι οι επενδυτές δέχονται επίθεση», σχολίασε ο Σαλουάν. Οι επενδυτές αναζητούν ασφαλές καταφύγιο στα ομόλογα, με αποτέλεσμα τα επιτόκιά τους να μειώνονται, εξήγησε. Οι τράπεζες, από την άλλη, καταγράφουν επίσης πτώση. Η μετοχή της BNP Paribas έκλεισε μειωμένη κατά 6,82% στα 68,67 ευρώ, της Société Générale στα 34,55 ευρώ (-10,45%), της Crédit agricole στα 15,74 ευρώ (-4,46%).
Σχεδόν 8% οι εβδομαδιαίες απώλειες στο Χρηματιστήριο
Η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά δεν κατόρθωσε να αντισταθεί στο διεθνείς sell off και υπέκυψε στις διεθνείς πιέσεις καταγράφοντας εβδομαδιαίες απώλειες 7,96%, ενώ η συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς μειώθηκε κατά 8,573 δις. ευρώ την εβδομάδα που τελειώνει, εκ των οποίων τα 7,1 δισ. ευρώ χάθηκαν στις δύο τελευταίες συνεδριάσεις. O Γενικός Δείκτης Τιμών έκλεισε την εβδομάδα στις 1.597,55 μονάδες, έναντι 1.735,68 μονάδες της προηγούμενης εβδομάδας, σημειώνοντας εβδομαδιαία πτώση 7,96%, ενώ από τις αρχές του έτους καταγράφει κέρδη σε ποσοστό 8,70%.
Ο δείκτης της υψηλής κεφαλαιοποίησης FTSE/ASE 25 έκλεισε την εβδομάδα με πτώση 8,68% και από τις αρχές του 2025 σημειώνει κέρδη σε ποσοστό 9,89%. Ο δείκτης της μεσαίας κεφαλαιοποίησης FTSE MID έκλεισε με εβδομαδιαία πτώση 6,04%, ενώ από τις αρχές του έτους σημειώνει άνοδο 6,19%. Ο τραπεζικός δείκτης έκλεισε την εβδομάδα με μεγάλη πτώση 12,32%, ενώ από τις αρχές του 2025 σημειώνει κέρδη σε ποσοστό 13,52%.
Η συνολική αξία των συναλλαγών στις συνεδριάσεις αυτής της εβδομάδος ανήλθε στα 1.190,832 εκατ. ευρώ, ενώ η μέση ημερήσια αξία συναλλαγών διαμορφώθηκε στα 238,116 δισ. ευρώ, από 255,468 εκατ. ευρώ της περασμένης εβδομάδος. Η συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς την εβδομάδα μειώθηκε κατά 8,573 δισ. ευρώ και διαμορφώθηκε στα 111,970 δισ. ευρώ, ενώ από τις αρχές του έτους σημειώνει αύξηση κατά 8,825 δισ. ευρώ.
Τα ομόλογα οι μεγάλοι κερδισμένοι της εβδομάδας
Eυνοημένα βγαίνουν τα ομόλογα από τον εμπορικό πόλεμο που κήρυξε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντ. Τράμπ μετά την επιβολή υψηλών δασμών. Από την εξέλιξη αυτή διαφαίνεται ότι η αγορά των ομολόγων, η οποία συνέχισε και χθες την ανοδική της πορεία, θα βγει ο μεγάλος νικητής. Ο κίνδυνος της ύφεσης, ως αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής, στρέφει τους επενδυτές στην «ασφάλεια των ομολόγων» με αποτέλεσμα οι τιμές τους να κινούνται ανοδικά. Είναι ενδεικτικό ότι στις ΗΠΑ, όπου είναι και μεγαλύτερος ο κίνδυνος να διολισθήσει η οικονομία σε ύφεση, (σ.σ Η JP Morgan χθες αύξησε τις πιθανότητες ύφεσης στο 60% από 40%) η απόδοση του 10ετούς ομολόγου υποχώρησε κάτω από το 4%, για πρώτη φορά μετά τον περασμένο Οκτώβριο. Οι αγορές προεξοφλούν ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) θα υποχρεωθεί να μειώσει τα επιτόκια της κατά 0,9% μέχρι το τέλος του έτους. Οι αναλυτές της Goldman Sachs, της Barclays, της Royal Bank of Canada και της Societe Generale έχουν ήδη μειώσει τις προβλέψεις τους για το τέλος του έτους για τις αποδόσεις του 10ετούς ομολόγου.
Αναλόγως κινήθηκαν και σήμερα οι ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων. Ιδιαίτερα μάλιστα στην ευρωζώνη όπου οι επενδυτές προεξοφλούν μία ακόμη μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ τον Απρίλιο. Πλέον οι αγορές προεξοφλούν τρείς ακόμη μειώσεις των επιτοκίων από την ΕΚΤ (από δύο που εκτιμούσαν πριν την επιβολή των δασμών) καθώς εκτιμούν ότι η επιβολή δασμών θα στερήσει τουλάχιστον 1% από το ΑΕΠ της Ευρωζώνης φέτος, με αποτέλεσμα (αν επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις αυτές) το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ να υποχωρήσει ακόμη και κάτω από 2%, στο 1,75% από 2,50% που είναι σήμερα.
Στη δευτερογενή αγορά ομολόγων σήμερα και πιο συγκεκριμένα στο Ηλεκτρονικό Σύστημα Συναλλαγών (ΗΔΑΤ) της Τραπέζης της Ελλάδος καταγράφηκαν συναλλαγές 258 εκατ. ευρώ εκ των οποίων τα 91 εκατ. ευρώ αφορούσαν σε εντολές αγοράς. Η απόδοση του Ελληνικού 10ετούς ομολόγου διαμορφώθηκε στο 3,42%, έναντι 2,56% του αντίστοιχου Γερμανικού τίτλου, με αποτέλεσμα το περιθώριο να διαμορφωθεί στο 0,86%.